Η «Φιδίσια Στήλη» και η σημασία της για την Ελλάδα

Παρακολουθώντας ένα ντοκιμαντέρ του BBC για τους αρχαίους Δελφούς (η αγάπη των ξένων για την αρχαία ελληνική ιστορία είναι εκπληκτική) στο οποίο έγινε αναφορά στην «Φιδίσια Στήλη», μου δόθηκε η αφορμή να γράψω για αυτό το μνημείο και την σημασία του για την Ελλάδα.

Μετά την μάχη των Πλαταιών η οποία ήταν και η τελευταία μάχη στην δεύτερη εκστρατεία των Περσών, οι αρχαίοι Έλληνες έδειξαν την πολεμική τους ανωτερότητα απέναντι στους Πέρσες. Η μάχη των Πλαταιών μαζί με την μάχη της Μυκάλης δεν είναι τόσο γνωστές όσο η μάχη των Θερμοπυλών, του Μαραθώνα ή της Σαλαμίνας ίσως γιατί δεν έγιναν τόσο γνωστές πράξεις ανδρείας ή έξυπνες στρατηγικές, αν και δεν αμφιβάλω ότι θα υπήρχαν. Η μάχη αυτή όμως σήμανε και το τέλος των πολεμικών επιχειρήσεων, την νίκη των αρχαίων Ελλήνων απέναντι στους “βαρβάρους”. Οι Πέρσες μετά από αυτήν την μάχη δεν ξαναεπιτέθηκαν ποτέ στην κεντρική Ελλάδα και προσπάθησαν με άλλους τρόπους (διπλωματία, κατασκοπεία, χρηματισμούς κ.λ.π.) να την επηρεάσουν. Το τέλος των πολεμικών επιχειρήσεων οδήγησε στην ακμή της Αθήνας τον 5ο αιώνα π.Χ. με τα γνωστά σε όλους μας επιτεύγματα στην παγκόσμια ιστορία.

Μετά το τέλος της μάχης, από τα περσικά όπλα που είχαν μαζέψει οι Έλληνες ως λάφυρα μετά την λεηλασία των Δελφών, αποφάσισαν να φτιάξουν ένα μνημείο, έναν χρυσό τρίποδα με 3 χάλκινα φίδια ως υποστηρίγματα, 8 μέτρα σε ύψος και να το αφιερώσουν στον Απόλλωνα των Δελφών. Ο Ηρόδοτος περιγράφει:

Συμφορήσαντες δε τα χρήματα και δεκάτην εξελόντες τω εν Δελφοίσι Θεώ, απ’ ης ο τρίπους ο χρύσεος ανετέθη επί του τρικαρήνου όφιος του χαλκέου επεστεώς άγχιστα του βωμού

(ο Ηρόδοτος δεν γνώριζε ότι ήταν ένα σύμπλεγμα τριών φιδιών και όχι ένα μόνο)

Στο μνημείο αυτό αναφέρονται πολλοί αρχαίοι συγγραφείς όπως ο Δημοσθένης, ο Παυσανίας και ο Πλούταρχος.

Αυτό που το κάνει μοναδικό είναι το γεγονός ότι στην βάση του (πάνω στο φίδι) είναι γραμμένες και οι 31 πόλεις-κράτη που πολέμησαν εναντίον των Περσών. Είναι το πρώτο μνημείο από αυτά που γνωρίζουμε που υποδηλώνει την “ελληνικότητα” των αρχαίων αυτών πόλεων, την κοινή τους παιδεία, πολιτισμό, θρησκεία, γλώσσα και τον κοινό τους αγώνα ενάντια στους “βαρβάρους”. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι εκτός από τα μεγάλα ονόματα όπως των Αθηναίων, των Σπαρτιατών κτλ, υπάρχουν και μικρότερες πόλεις χαραγμένες όπως η Τήνος, η Κύθνος, η Λευκάδα και άλλες. Ακόμη και όταν ο Παυσανίας στρατηγός των Σπαρτιατών προσπάθησε να επωφεληθεί και να γραφτεί και το όνομα του πάνω στην στήλη οι Λακεδαιμόνιοι δεν άφησαν τον βασιλιά τους να καρπωθεί μια τέτοια συλλογική πράξη.

Η περίοπτη θέση του στους Δελφούς εντυπωσίαζε τους επισκέπτες και παρέμεινε εκεί μέχρι την είσοδο του χριστιανισμού στην αρχαία Ελλάδα. Ο Κωνσταντίνος ο Μέγας, αυτοκράτορας του Βυζαντίου, το 324 μ.Χ. μετά από σχεδόν 8 αιώνες το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη, στον ιππόδρομο.

Η πράξη του είχε και συμβολική σημασία μιας και ήθελε να δείξει ότι η επιρροή της αρχαίας Ελλάδας είχε λήξει και το κέντρο των αποφάσεων πια όλης της αυτοκρατορίας παιρνόταν από την Πόλη. Η μεταφορά του συμβολίζει για εμάς τους σύγχρονους μελετητές την σταδιακή (και ως επί το πλείστον βίαιη) αποδυνάμωση του μαντείου των Δελφών και του αρχαίου ελληνικού πνεύματος γενικότερα. Την μετάβαση από το απολλώνιο φως που έλουζε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό στον σκοταδισμό την νέας θρησκείας.

Σήμερα σώζεται μόνο ένα μέρος από τον βασικό του κορμό. Στην τέταρτη σταυροφορία, οι σταυροφόροι έκλεψαν την χρυσή βάση από την κορυφή ενώ στο τέλος του 17ου αιώνα και τα τρία κεφάλια έπεσαν (μάλλον λόγω παρατεταμένης παραμονής στο εξωτερικό περιβάλλον) ενώ ένα από αυτά σώζεται στο αρχαιολογικό μουσείο της Κωνσταντινούπολης.

Η εγκατάλειψη ενός μνημείου τόσο μεγάλης σημασίας για την αρχαία Ελλάδα, (αφού «πιστοποιεί» την ενότητα του ελληνικού έθνους για πρώτη φορά στα χρονικά, μια ενότητα που έγινε αντιληπτή στο πλαίσιο λειτουργίας της πόλης – κράτους για πρώτη φορά μετά την λήξη των περσικών πολέμων) στην Τουρκία, όπου βρίσκεται περιφραγμένο με ένα κάγκελο, χωμένο στην γη και μισοκατεστραμμένο, με τις βροχές να τρώνε και τα τελευταία ίχνη των ονομάτων των πόλεων που είναι χαραγμένες πάνω του, είναι όχι απλά δυσάρεστη αλλά συνιστά αρχαιολογικό έγκλημα. Η διάσωση και η μεταφορά του στον ελληνικό χώρο θα έπρεπε να έχει την ίδια (αν όχι μεγαλύτερη) σημασία με την επιστροφή των Ελγινείων μαρμάρων, δεδομένης της αδιαφορίας για την συντήρησή του και της σταδιακής του καταστροφής από τον αδυσώπητο χρόνο.

Ανακατασκευή του χρυσού τρίποδα των Πλαταιών (Ελένη Αναγνώστου)

το τρικέφαλο φίδι το 1582

Η θέση του στον ιππόδρομο

το τρικέφαλο φίδι σήμερα

Το ένα από τα κεφάλια στο αρχαιολογικό μουσείο της Κωνσταντινούπολη

Ένα από τα κεφάλια όπως σώζεται στο αρχαιολογικό μουσείο της Κωνσταντινούπολης

Κωλόσκυλα

26/01/2009
Επιστρέφω σπίτι μετά από μια δουλειά στη Μεταμόρφωση. Και συχτυρίζω. Το κρύο που κάνει, το λεωφορείο που έχει αργήσει σαράντα λεπτά, το πόσο κουρασμένη νιώθω. Ναι, είμαι απ’ το πρωί στο πόδι όπως όλος ο κόσμος, έχει πάει 8 παρά, είναι νύχτα και θέλω το κρεβάτι μου. Και συχτυρίζω. Έρχεται το λεωφορείο, μπαίνω μέσα, κάθομαι, διαβάζω το βιβλίο μου να ξεχάσω την κίνηση της τατοΐου. 724 η γραμμή, 724 χρόνια να μην την ξανακάνω αυτή τη διαδρομή, δεν θα μου λείψει. Μπαίνει ελεγκτής. Ως εδώ καλά. Αμετανόητη λαθρεπιβάτισσα, σπανίως έχω εισιτήριο. «Ξέχασα το πάσο μου» η πρώτη δικαιολογία. Πρώτη και τελευταία. Γιατί ο ευγενικότατος ελεγκτής, μου λέει «δεν πειράζει κοριτσάκι μου». Και ορμάει στους 7 μετανάστες που κάθονται στην πίσω μεριά του λεωφορείου. Φωνάζει, βρίζει χειρονομεί. «Οδηγέ κλείσε τις πόρτες, θα φύγουν τα κωλόσκυλα». Και ο οδηγός: «Ξέσκισέ τους τους βρωμιάρηδες». Ασφάλεια, εξακρίβωση, αλλοδαπών. Ότι νά’ναι. Για εμένα, που είμαι ελληνίδα, «δεν πειράζει κοριτσάκι μου». Αλλά για τους μετανάστες, που εργάζονται στις βιοτεχνίες της Πάρνηθας, με γελοία μεροκάματα, με την γραμμή 724 να καθυστερεί κάθε μέρα, με την κούραση να τους βαραίνει για χρόνια, να τους βαραίνει το βήμα και το βλέμμα, «κλείσε μη φύγουν τα κωλόσκυλα». Και, δεν συχτύρισαν. Σαστισμένοι, με σπαστά ελληνικά, αδίκως προσπαθούσαν να φύγουν. Εγώ, επειδή δεν είμαι κωλόσκυλο, κατέβηκα στην στάση μου κανονικά, και χωρίς καμία ενόχληση, πήρα το τρένο για το σπίτι μου. Οι άλλοι ήταν ακόμη στο λεωφορείο με κλειστές τις πόρτες. Εγώ, επειδή δεν είμαι κωλόσκυλο, είμαι στο ζεστό μου σπίτι τώρα και ξεκουράζομαι. Οι άλλοι; Και, ποια είναι τελικά τα κωλόσκυλα;

Φωτ.